Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Ἀποφασίζει γιά ἄγαλμα τοῦ Βασιλείου



Φύγανε οἱ καισαρεῖς. Ὁ Γρηγόριος μερικές ἡμέρες κλείστηκε περισσότερο στόν ἑαυτό του. Μέ νηστεία καί δάκρυα προχωροῦσε στήν προσευχή, πού γινότανε ὅλο καί πιό καθαρή. Γινότανε ὧρες- ὧρες βαθιά, καρδιακή. Ἡ παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος γινόταν αἰσθητή στό εἶναι του ὁλόκληρο.... καί στήν παραμικρή του γωνία... νοῦς,  καρδιά, ὅλα πλημμύριζαν ἐσώτατο θελκτικό φῶς.... στιγμές μακαριότητας, ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἐκεῖ, σέ μικρογραφία. Ἔπειτα, σιγά- σιγά, τόν ἄφηνε ἡ μακαριότητα καί στεκότανε ἄπραγος ἀρεκτή ὥρα, ν’ ἀπολαύσει τόν ἀπόηχο τῆς ἱερῆς ἐκείνης κατάστασης.

Τήν ἄλλη μέρα, πάλι  προσπάθεια ἐπίπονη κι ἐπίπονη γιά προσευχή καρδιακή. Καί ὁ Θεός δέν τόν ἄφησε. Οἱ γύρω του ἄνθρωποι καί ἰδιαίτερα ὁ διάκος Γρηγόριος, πού καταλάβαινε πιό πολύ ἀπό πνευματικά πράματα, περιέγραφε θαυμαστές καταστάσεις, πού βλέπανε στό πρόσωπο τοῦ μεγάλου Θεολόγου, ἄλλοτε λιγότερο κι ἄλλοτε περισσότερο ἔντονες.
Ἕνα τέτοιο πρωινό, μετά τίς 20 Δεκέμβρη, ὁ διάκος Γρηγόριος μπῆκε στό δωμάτιο τοῦ γέροντα καί τόν βρῆκε σκεπτικό πολύ. Εἶχε τελειώσει τήν προσευχή καί καθότανε στό τζάκι. Ἔμοιαζε νά ταξιδεύει μακριά καί περίμενε. Κάποια στιγμή ὁ γέροντας ἀντιλήφθηκε τήν παρουσία τοῦ διάκου καί ἀφέθηκε μέ ὑπόκωφη ἐκστατική φωνή:
-Πρέπει νά τό κάνω παιδί μου. Θά τοῦ στήσω ἄγαλμα, ἕν’ ἄγαλμα ψηλό, δυνατό, στέρεο...
-Μά τί μοῦ λές, γέροντα; Διέκοψε ἀπορημένος ὁ διάκος.
-Ἀλήθεια σοῦ λέω, θά τοῦ σκαλίσω ἄγαλμα. Ὅλες τίς πλευρές του, ὅλα τά χωρίσματά του θά τά δείξω, θά τά τονίσω. Γιά τό Βασίλειο σοῦ μιλάω, γιά τό μεγάλο μου δάσκαλο, τόν ἅγιό μας, αὐτόν πού στίς ἡμέρες μας χάρισε ὁ Θεός στήν Ἐκκλησία του. Εἶναι, τώρα τό βλέπω, ἀπαραίτητο.... Ἐγώ τό νιώθω καί σάν ὑποχρέωση.... ἤτανε ὁ μεγάλος μου φίλος, αὐτόν ἀκολουθοῦσα πάντα, ὅπως καί τόσοι ἄλλοι... Ἔπειτα ἔχω ὑποχρέωση πρός τούς ἄλλους.... πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους, πρός τήν Ἐκκλησία ὅλων τῶν αἰώνων......
Ἐκεῖ τόν διέκοψε ὁ διάκος, γιατί δέν καταλάβαινε τήν ὑποχρέωση πρός τούς ἄλλους καί ὁ γέροντας πρόθυμα ἐξήγησε:
-Οἱ πιστοί παιδί μου, χρειάζονται πρότυπο, χειροπιαστό πρότυπο. Κι αὐτό νά ’ναι στημένο ψηλά, πολύ ψηλά, νά τό βλέπουνε νά ἐπιβάλλεται. Οἱ ἕλληνες εἰδωλολάτες φτιάχνανε φανταστικά πρότυπα, καί μεῖς πού τό ’χουμε πραγματικό; Δέν τόν θυμᾶσαι, διάκο, ὑπῆρχε ἀρετή καί χάρισμα πού νά μήν τά εἶχε; Θά τόν ὑψώσω, λοιπόν, θά τόν σηκώσω νά τόν βλέπουνε ὅλοι... κι αὐτοί πού θά ’ρθουνε, οἱ μέλλουσες γενιές... οἱ χριστιανοί ὅλοι νά ξέρουνε πόσο μεγάλο ἥρωα ἔχουμε στήν Ἐκκλησία μας, πόσο ξεπερνάει σέ προτερήματα τούς ἐθνικούς ἥρωες.... Θέλω, διάκο, οἱ χριστιανοί νά αἰσθάνονται περήφανοι γιά τόν ἅγιό τους, κατάλαβες; Θέλω νά νιώθουνε πιό ἰσχυροί στό πνεῦμα καί τήν ἀρετή ἀπό τούς ἐθνικούς. Καί γώ θά ὑψώσω πρότυπο πραγματικό, ὄχι μέ κούφια λόγια, φανταστικά... Γι’ αὐτό θέλω νά προσπαθήσω νά τό κάνω σωστά... μακάρι νά μέ φωτίσει ὁ Θεός νά τά καταφέρω... βέβαια, εἶναι τόσο μεγάλος ὁ Βασίλειος, πού δύσκολα κανείς μπορεῖ νά τόν παραστήσει ἄξια.... μά ὅσο μπορέσω... ἄς μέ βοηθήσει κι ὁ ἴδιος...  ἐγώ θά προσπαθήσω.....
Σταμάτησε λαχανιασμένος καί χαμήλωσε τό κεφάλι. Σέ δύο ἡμέρες ἔπρεπε νά ξεκινήσουν. Γιορτάσανε Χριστούγεννα στό κοντινό ἐκκλησάκι. Τήν ἑπομένη ὁ Εὐστάθιος ἑτοίμασε τό μικρό ἁμάξι. Ἤτανε ἐδῶ ἀπό τόν Ἰούλιο, τότε πού φέρανε τό Γρηγόριο ἀπό τήν Ναζιανζό. Ὁ γέροντας δέν μποροῦσε νά σταθεῖ σέ μουλάρι, τρεῖς ἡμέρες, ταξίδι χειμώνα καιρό!
Τά πολλά χιόνια δέν εἴχανε ἀρχίσει καί οἱ δημόσιοι μεγάλοι δρόμοι περπατιούνταν. Μόνο ψηλά στά βουνά εἴχαν σκεπάσει τά πάντα. Ξεκίνησε, λοιπόν, ἡ μικρή ὁμάδα. Ὁ Εὐστάθιος κι ἕνας ἀκόμα τοῦ σπιτιοῦ συνοδεύανε τό γέροντα. Δύσκολο ταξίδι. Τά μικρά ποτάμια τό χειμώνα μεγαλώνουν καί γίνονται ἐπικίνδυνα. Τά γεφύρια λίγα καί ἀδύνατα. Οἱ Ρωμαῖοι καί οἱ Ἕλληνες φτιάξανε πολλά, μά ὄχι παντοῦ. Ἔπρεπε τό ἁμάξι νά περνάει σέ νερό μέχρι τή μέση του. Τά μουλάρια πού τό ’σερναν κάθε τόσο μπαίνανε μέχρι πάνω ἀπό τό γόνατο στά νερά. Καί ἀπό λάσπη... ἄλλο τίποτα! Ταξίδι βασανιστικό. Γιά ὅλους, γιά ζῶα καί ἀνθρώπους. Παραταῦτα ὁ γέροντας ἄντεχε. Ὁ Εὐστάθιος, ἀποκαμωμένος ὧρες-ὧρες ἀπό τίς δυσκολίες καί τά τραντάγματα, κοίταζε τό γέροντα κι ἔκανε κρυφά τό σταυρό του:
-Πῶς ἀντέχει, Χριστέ μου, ὁ ἄρρωστος γέροντας,  ποῦ βρίσκει τό κουράγιο..... Ἐσύ, ἅγιε μου Βασίλειε, ἐσύ κι ὅλοι οἱ ἅγιοι τόν κρατᾶτε...



Ὁ πληγωμένος Ἀετός (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)
(ἀφηγηματικὴ Βιογραφία)
(σελ.313-316)
  Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου Καθηγητή Πανεπιστημίου

Ἔκδοση Δ΄
Ἀποστολική διακονία




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας