Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Ὁ χειμώνας. Προσευχή, διάβασμα, ἐπιστολές, ἐπισκέψεις



Ὁ χειμώνας ἦρθε γιά καλά τό Νοέμβρη. Εὐτυχῶς ὁ Εὐστάθιος εἶχε βάλει ἀνθρώπους νά κόψουνε πολλά ξύλα. Ἀπό τό Νοέμβρη τό τζάκι ἔκαιγε νύχτα-μέρα. Ἡ ἀρρώστια τοῦ Γρηγορίου χρειαζότανε ζέστη. Ἕνεκα τ’ ἀθριτικά, ἡ δύσπονοια καί τ’ ἄλλα του βάσανα. Τώρα πιά δέν ἔβγαινε τακτικά γιά περίπατο. Ποῦ καί ποῦ μόνο κι αὐτό γιά λίγο.  Προσευχότανε, λοιπόν, διάβαζε κι ἔγραφε. Κυρίως ἔγραφε ποιήματα κι ἐπιστολές. Οἱ στίχοι του ὅλοι γύρω ἀπό τά βάσανά του, αὐτά πού τοῦ ’κάνανε στήν Πόλη. Φιλοσοφοῦσε καί καλλιτεχνοῦσε τά ὡραῖα καί φοβερά γεγονότα τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν τῆς ζωῆς του.

Δέν αἰσθανότανε ἄσχημα γιά τό ἀναγκαστικό κλείσιμο στό κελλί του. Ἄλλωστε ἡ ἀπόλυτη ἡσυχία πάντοτε τόν ἔθελγε. Ἤθελε ὅμως νά περπατάει γιά νά δοκιμάζει τίς δυνάμεις του. Περίμενε πότε θά φτάσει στό σημεῖο, πού θά ’ναι αὐτοδύναμος, νά μπορεῖ νά ζεῖ χωρίς τήν καθημερινή βοήθεια κάποιου. Μά ἡ ὥρα τούτη ἀργοῦσε. Πάντως ἡ ἀρρώστεια καί ἡ ἀδυναμία ὑποχωρούσανε. Ὅλο καί καλύτερα αἰσθανόταν. Ἔτσι ὁ Εὐστάθιος μέ τό διάκο Γρηγόριο ἄφηναν ἀρκετούς νά μπαίνουνε, νά βλέπουν καί ν’ ἀκοῦνε τό μεγάλο Θεολόγο. Ἦταν κυρίως οἱ χωρικοί, γεωργοί ὅλοι καί τσοπάνηδες. Ρωτούσανε ἁπλά πράγματα, μά σημαντικά γιά τήν πνευματική ζωή τους. Μόνο πού τόν βλέπανε κι ἀκούγανε τή φωνή του, ἐκεῖ δίπλα στό τζάκι τούς ἔφτανε. Τούς ἔφτανε γιατί τό πρόσωπο τοῦ ἐπισκόπου πλημμύριζε ἀπό ἀγάπη γιά τούς ἀνθρώπους τούτους. Κι αὐτοί τό καταλάβαιναν.  
Ἔρχονταν ὅμως κι ἄλλοι στό Γρηγόριο. Συγγενεῖς, ὅπως τ’ ἀνήψια του καί ὁ Οὐαλεντιανός, πολλοί κληρικοί, μορφωμένοι χριστιανοί καί ἀνώτεροι ὑπάλληλοι. Αὐτοί ταξιδεύανε ἀπό μακριά γιά νά δοῦνε καί ν’ ἀκούσουνε τόν πολύπαθο σοφό ἐπίσκοπο Γρηγόριο.
Ὁ Δεκέμβρης προχωροῦσε γρήγορα. Κόντευε νά φτάσει στή μέση, ὅταν μιά σκέψη φύτρωσε στό νοῦ τοῦ Γρηγορίου. Νά πάει στήν Καισάρεια. Νά εἶναι κεῖ τήν πρώτη τοῦ Γενάρη. Τήν ἡμέρα πού θά γιορτάζανε τή μνήμη τοῦ φίλου του Βασιλείου. Ἡ σκέψη τούτη ἔγινε στήν καρδιά του νοσταλγία. Ἔπρεπε νά τιμήσει τό μεγάλο του φίλο, τόν ἅγιο Μητροπολίτη τῆς Καισάρειας. Αὐτόν πού φώτισε τό ἅγιο Πνεῦμα νά διδάξει τήν ἀλήθεια. Αὐτόν πού ἔγινε ὁ βράχος, πάνω στόν ὁποῖο τσακίστηκαν οἱ αἱρετικοί καί ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης.
Τίς ἡμέρες αὐτές, μετά τίς δεκαπέντε τοῦ Δεκέμβρη, ἤρθανε νά τόν δοῦν ἄνθρωποι ἀπό τήν Καισάρεια. Τοῦ εἴπανε καί γιά τή γιορτή τοῦ Βασιλείου, ὅτι ἀπό τήν προηγούμενη χρονιά, τοῦ 380, ἀρχίσανε νά τιμοῦν τή μνήμη του. Δέ φαίνεται νά ἦσαν ἐπίσημοι ἀπεσταλμένοι, μά τόν παρακαλέσανε νά πάει στή γιορτή τοῦ Βασιλείου. Νά πάει νά τόν ἰδοῦν πολλοί καισαρεῖς, πού τόσο τόν ἐκτιμοῦσαν.
Μέσα του ὁ Γρηγόριος ἐσκίρτησε. Φύτρωσε μιά ἰδέα: Νά μιλήσει γιά τόν πολυαγαπημένο ἅγιο φίλο του... τί πιό ἄξιο; Θαυμάσια ἰδέα! Ἐπαίνεσε τούς καισαρεῖς γιά τίς καλές τους προθέσεις, τούς εὐχαρίστησε γιά τήν ἐπίσκεψη, μά δέν ξεκαθάρισε τί θά κάνει. Ἡ κατάσταση τῆς ὑγείας του πάντα ἐπικίνδυνη. Θά τά κατάφερνε νά ταξιδέψει στήν καρδιά τοῦ χειμώνα; Τό ἤθελε ὅμως τόσο πολύ! 


Ὁ πληγωμένος Ἀετός (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)




(ἀφηγηματικὴ Βιογραφία)
 
  (σελ.312-313)
  Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου Καθηγητή Πανεπιστημίου


Ἔκδοση Δ΄




Ἀποστολική διακονία




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας